ΘΑΝΑΣΗΣ ΛΑΛΑΣ

Γιώργος Νταλάρας

….και το καλοκαίρι κρυώνω!

 

Μισός αιώνας ελληνικό τραγούδι

 

121 ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΔΙΑΛΟΓΟΥ

112 ΜΟΝΑΔΙΚΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ

18 ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΛΙΣΤΕΣ

 

TIMH:18€   ΣΕΛΙΔΕΣ:416  ISBΝ: 978-960-615-161-3

 

Γιώργος Νταλάρας. Στο πολυβολείο της μνήμης του, με σφεντόνα στα Εξάρχεια, οι Αμερικανίδες Κυρίες, η εποχή «που δεν πρόφταινε να φτάσει η προσβολή στην ψυχή του», οι μάγκες του βουνού, η πίστη ότι δεν υπάρχει «αδύνατον»… μόνο αδύνατοι χαρακτήρες υπάρχουν, ο αδελφός του, το «έτερο εγώ του», η μάνα του με την παρουσία της κι ο Λουκάς, ο πατέρας του, με την απουσία του… «Άσ’ τα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα…», ο πρώτος σεισμός μέσα του, τότε που κατάλαβε ότι η ζωή είναι λίγη κι έχει πολλούς δρόμους…

Γιώργος Νταλάρας. Το πάθος κρύβει ταλέντο και ο θαυμασμός δημιουργεί συγγένειες. Ο καλός ο δάσκαλος σε κρατάει «ξύπνιο» ακόμα κι όταν σε φτύνει ο διάολος… Το κοινό συμμετέχει στο θαύμα, η τύχη είναι παράμετρος αλλά δεν είναι μέτρο στη ζωή, η τελειότητα είναι η ουτοπία που μας κινεί και το «εγώ» χωρίς μέτρο σκοτώνει. Ο μεγάλος καλλιτέχνης επηρεάζει, δεν επηρεάζεται, κάποιοι για το μεροκάματο «μουντζουρώνουν» το τοπίο, η μόδα διαβρώνει, το περιζήτητο μπορεί να γίνει κι επικίνδυνο, με την περιέργεια «ανοίγουμε» το φως, οι επιλογές είναι η ουσία μας.

Γιώργος Νταλάρας. Οι Λίστες του… Τραγούδια-κολώνες, τραγούδια που έχει στην καρδιά του, τραγούδια που θα ήθελε να είχε τραγουδήσει, αξέχαστα τραγούδια, φωνές που ξεπερνούν τα όρια, άνθρωποι που θα καλούσε σε δείπνο, αναπάντητα ερωτήματα που παραμένουν αναπάντητα, λέξεις που περιγράφουν τον χαρακτήρα του, τα ωραιότερα που έχουν δει τα μάτια του, τα ωραιότερα που έχουν ακούσει τ’ αυτιά του, τι θα έπαιρνε μαζί μου σε ένα έρημο νησί, αποφάσεις που πήρε και δεν το μετάνιωσε, πράγματα που θα ήθελε να κάνει πριν πεθάνει…

Γιώργος Νταλάρας.  Μικρές οικογενειακές ιστορίες. Για πρώτη φορά μιλάει για την ατίθαση Άννα της ζωής του και την υπέροχη Γεωργιάννα. Διηγείται ιστορίες με όλους τους ανθρώπους της ζωής του… ο Μίκης, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Πρόεδρος (Λευτέρης Παπαδόπουλος), ο Σταύρος Κουγιουμτζής, ο Μάνος Λοΐζος, ο Μάνος Ελευθερίου, με τον Ξαρχάκο πάνω σε ένα βράχο…  ο Γκάτσος,  «ο μικρός Πρίγκιπας Λουκιανός», ο Μικρούτσικος,  η Χαρούλα,  ο Πάνος, ο Χάρης, ο Λαυρέντης, ο Τριπολίτης, η Λίνα, το απύθμενο ταλέντο του Michael Jackson, το φλαμένκο, ο Paco de Lucia, το ρεμπέτικο, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης,  το Αααααααλφα του ελληνικού τραγουδιού κι ο Στέλιος Καζαντζίδης, το Ωωωωωωμέγα του, ο θείος του ο Καλδάρας, ο Άκης Πάνου, ο Νικολόπουλος, το χάδι του Τσιτσάνη, η επιβράβευση του Μάρκου και τόσοι άλλοι… με άλλα λόγια μια ζωή σαν μυθιστόρημα και πενήντα χρόνια ελληνικό τραγούδι που προσπαθούν να χωρέσουν σε 500 σελίδες!

                                                                        

Γιώργος Νταλάρας. Οι Λίστες του…

  • Τραγούδια-κολώνες
  • τραγούδια που έχει στην καρδιά του
  • τραγούδια που θα ήθελε να είχε τραγουδήσει
  • φωνές που ξεπερνούν τα όρια
  • άνθρωποι που θα καλούσε σε δείπνο
  • τα ωραιότερα που έχουν δει τα μάτια του
  • τα ωραιότερα που έχουν ακούσει τ’ αυτιά του
  • τι θα έπαιρνε μαζί μου σε ένα έρημο νησί
  • αποφάσεις που πήρε και δεν το μετάνιωσε
  • πράγματα που θα ήθελε να κάνει πριν πεθάνει…

***

“Ο Γιώργος Νταλάρας έχει κουσούρια, πολλά κουσούρια, που προκαλούν παρεξηγήσεις, αλλά δεν υπάρχει Γιώργος Νταλάρας χωρίς τα κουσούρια του. Τα καλά του πάνε πάντα παρέα με τα κουσούρια του! Ο «θείος», έτσι τον φωνάζουν οι κοντινοί του συνεργάτες, έχει αλλεργία στον καπνό του τσιγάρου, πίνει νεράκι του Θεού, κοιμάται νωρίς, όλη μέρα κάθε μέρα με τα μουσικά όργανα παρέα, δεν αντέχει τα δείπνα και τα κοσμικά, δεν τον χωράει ο τόπος, κάνει πάντα μια προβίτσα πέντε ωρών πριν την κανονική πρόβα έξη ωρών, είναι στο πλευρό των φίλων του στη γιορτή αλλά και στα δύσκολα, δεν ξεχνάει πού γεννήθηκε, ποιοι τον έφεραν στον κόσμο και ιδιαιτέρως δεν ξεχνά πόσο τον έχει επηρεάσει το φυσικό κρύο που έζησε στα παιδικά του χρόνια: «…δεν το άντεχα το κρύο, υπέφερα σαν παιδί… Να σκεφτείς ότι αυτό μού έμεινε κουσούρι και μεγάλος τώρα πιά… είναι καλοκαίρι και κρυώνω»!”

Θανάσης Λάλας

***

Αποσπάσματα από το βιβλίο…

Ωραίος σαν ρεμπέτης

– Θυμάστε τη στιγμή που έφυγε ο πατέρας σας από το σπίτι; Που σας παράτησε;

Όχι, δεν το θυμάμαι αυτό. Θυμάμαι αργότερα όλο το σκηνικό… πώς εξελισσόταν αυτή η ιδιόρρυθμη οικογενειακή ζωή. Κατά καιρούς, κάθε τόσο, ο πατέρας μου ερχόταν και μας έβλεπε. Επέστρεφε!

Τον υπόλοιπο καιρό έλειπε λόγω δουλειάς· ήταν ρεμπέτης. Ήτανε μόνος του, για πάρτη του, αλλά

νομίζω ότι μας αγαπούσε, γιατί μας έστελνε γράμματα, φωτογραφίες από ’κει που δούλευε. Καμιά

φορά μάς έστελνε και κάνα δολάριο. Πήγαινε στο Ισραήλ, στην Αμερική, ταξίδευε παντού, σ’ όλο τον

κόσμο. Ήταν ωραίος ρεμπέτης. Τον θυμάμαι κατά καιρούς που ερχόταν στο σπίτι. Με μάγευε το ότι

άνοιγε τη θήκη κι έβγαζε το μπουζούκι… Επίσης με μάγευε η φωνή του. Νομίζω ότι ήταν καταπλη-

κτικός τραγουδιστής. Εκείνη τη φωνή, όπως την έχω στ’ αυτιά μου, δεν μπορώ να την ξεχάσω με τί-

ποτα. Δροσερή φωνή, με πολύ ψηλές νότες. Και θα ’λεγα ότι, παρόλο που τραγουδούσε λαϊκά τραγούδια, η φωνή του είχε μια ποιότητα και πάρα πολλές δυνατότητες· τραγουδούσε δημοτικά, ελαφρά…Περίεργος τραγουδιστής κι έπαιζε και το μπουζούκι με πολύ παράξενο τρόπο, είχε ένα πολύ προσωπικό ύφος ακόμα και στον τρόπο που κρατούσε την πένα. Εγώ την πένα την κρατάω όπως την κρατούσε ο πατέρας μου, με τα τρία δάχτυλα, σαν να παίζεις λαούτο. Αυτό δεν το είδα από πουθενά, ασυναίσθητα το ’κανα.

– Υπάρχουν καθόλου δίσκοι του πατέρα σας;

Υπάρχουν κάποιοι δίσκοι που είχε κάνει τελευταία, το ’75-’76, λίγο πριν πεθάνει. Τον θυμάμαι πολύ αδύνατο, ψηλό… φορούσε άσπρα πουκάμισα, το κουστουμάκι του… Ήταν προσεγμένος και πολύ συμπαθητικός τύπος ο Λουκάς, πάρα πολύ συμπαθητικός. Αλλά βέβαια έχω και κάποιες άλλες

εικόνες, από τις γκρίνιες, ας πούμε. Υπήρχε πάντα μια ένταση στη σχέση με τη μάνα μου.

 

***

 

«Για τον Άκη Πάνου ήμουν ο μικρός, πάντα»

– Αντίθετα, με τον Άκη Πάνου ήσασταν πάντα σε κόντρες…

Όχι πάντα. Με τον Άκη Πάνου, αυτό τον μεγάλο λαϊκό συνθέτη, είχα μια θυελλώδη σχέση. Πρώτα

απ’ όλα είχα την τύχη να πω μερικά από τα ωραιότερα τραγούδια του. Πολύ πριν απ’ αυτό, όμως, ο Άκης ήταν φίλος με τον Λουκά. Όταν σου λέω φίλος, φίλος κολλητός. Και η κυρα-Δήμητρα, φίλες με την κυρα-Τάνια, τη μάνα μου. Παρότι μ’ αγαπούσε, με τζαρτζάριζε συνέχεια. Γιωργάκη αυτό, Γιωργάκη το άλλο. Ήταν και φιλόσοφος ο Άκης, με πραγματική λαϊκή σοφία, φαίνεται από τους στίχους του, με πολλούς ανθρώπους πάντα γύρω του, που τον ανακάλυπταν και τον θαύμαζαν. Όταν συνεργαστήκαμε, εγώ δεν πολυχαμπάριαζα, γιατί τον ήξερα τον Άκη από μικρός και νόμιζε ότι ίσως δεν του έδινα τη δέουσα προσοχή που του έδιναν όσοι του ζητούσαν τραγούδια ή οι φίλοι του. Θεώρησε λοιπόν ότι δεν ήμουν αρκετά «σεβαστικός», όπως συνήθιζαν να λένε οι παλιοί, είχα και άποψη και για τις ενορχηστρώσεις και για όλα. Και αυτό δεν του

πολυάρεσε και εξέφρασε τα παράπονά του. Τον αγαπούσα όμως αληθινά και το ήξερε. Στο νοσοκομείο, λίγο πριν φύγει, έδωσε στην Μίνα, την αδελφή του, μια σειρά από καταπληκτικούς στίχους και της είπε, απ’ ό,τι μου είπε η ίδια: «Αυτά να τα πας στον μικρό, ξέρει εκείνος τι να τα κάνει». Έτσι μ’ έλεγε, ο «μικρός».

***

Ο ιός της φήμης

– Πιστεύετε ότι η φήμη μπορεί να εξελιχθεί σε αρρώστια που δεν αντέχεται, που καταστρέφει;

Στις περισσότερες περιπτώσεις.

– Εσείς έχετε αισθανθεί αυτό που λέμε ιό της φήμης;

Όχι σε δόσεις μόλυνσης. Τα πήγα καλά, ευτυχώς. Ήμουν αρκετά συνειδητοποιημένος και ήρεμος.

Ήρθε και πολύ νωρίς. Για να λέμε όμως την αλήθεια, η φήμη είναι μεγάλο βάρος. Ούτε στον εχθρό

σου η φήμη που αρρωσταίνει. Αν θέλεις να καταραστείς κάποιον, πες του: «Ρε μπαγάσα, πολύ θα

’θελα να σε δω να γίνεις ο τάδε…». Νομίζω ότι εγώ τα κατάφερα και απέφυγα την άρρωστη πλευρά της φήμης, νομίζω… Δεν ξέρω τι λένε οι άλλοι, αλλά εγώ είχα πάντα μιαν αυστηρότητα και ζούσα μάλλον κλειστά και απλά την καθημερινή μου ζωή. Έχω την αίσθηση ότι δεν ξέφυγα από το ζητούμενό μου… Όταν άρχισα να γίνομαι γνωστός, όταν ο κόσμος άρχισε να απαιτεί από μένα, δεν αφέθηκα στις επιθυμίες του κόσμου, συνέχισα την έρευνά μου και τη δουλειά μου με τον τρόπο που ήθελα. Συνέχισα να ψάχνω αυτό που από την αρχή έψαχνα. Δεν κολακεύτηκα με την αποδοχή και το θαυμασμό και δεν κατέφυγα σε εύκολες λύσεις. Στους πολλούς δεν πολυάρεσε. Εγώ όμως έμεινα σταθερός. Την αντίδραση και την επιθυμία του κόσμου την καθορίζεις εσύ ή ακολουθώντας την ευκολία της επιτυχίας ή συνεχίζοντας με κόστος την αναζήτηση και τον στόχο σου. Δεν σε τραβάει η αναγνώριση από τη μύτη. Με τον καιρό ο κόσμος θα το καταλάβει και θα σου συμπεριφερθεί φυσιολογικά. Ας πούμε, εγώ τσακώθηκα λίγο στην αρχή, κατέβηκα κάτω, εξήγησα, και το «Γεια σου, ρε μεγάλε» στο δρόμο και διάφορα τέτοια ελαττώθηκαν εντυπωσιακά. Στο τέλος αυτό που θέλεις ν’ ακούσεις από τον κόσμο, το προκαλείς ο ίδιος. Ήμουν πάντα μαζεμένος, προσπαθούσα να εξηγήσω στους ανθρώπους τι είμαι και τι κάνω, τι θέλω και τι μπορώ και τι ανέχομαι… Γι’ αυτό και οι άνθρωποι στην πλειονότητά τους είναι προσεκτικοί, ευγενείς και διακριτικοί μαζί μου. Το καταλαβαίνω. Ο κόσμος σε θέλει λαμπερό και λίγο αλλιώτικο, για να σε θαυμάσει. Εμένα όμως δεν μ’ αρέσει αυτή η λάμψη. Ένιωθα από μικρός ότι πρέπει να στηριχθώ στη δουλειά μου και να προσφέρω πραγματικά. Όχι εύκολη διασκέδαση και μετά τίποτα. Ποτέ δεν επέλεξα την ευκολία για να κλέψω το αυτί και το μάτι των άλλων.

– Καλά όλα αυτά που λέτε… Αλλά δεν έχετε νιώσει ποτέ τη φήμη σας να σας υπερβαίνει ως άνθρωπο και να σας πλήττει πισώπλατα;

Ε ναι, το είπαμε και πιο πριν. Το χειρότερο κακό που έπαθα στη ζωή μου είναι η φήμη. Πολλοί δεν το πίστεψαν. Άλλοι μού είπαν ότι υπερβάλλω και άλλοι, «Ναι, αλλά το λες τώρα, ρε Νταλάρα, που την έχεις τη φήμη, που είσαι ο Νταλάρας!». Ε, πότε να το ’λεγα, ρε παιδιά; Όταν ήμουν ο Γιωργάκης; Έπειτα από τόσα χρόνια συνεχούς παρουσίας σε αυτό τον χώρο, σας λέω λοιπόν ότι η φήμη βλάπτει σοβαρά την υγεία και το έργο του δημιουργού. (γέλια)

– Σε τι σας έβλαψε η φήμη; Σας βλάπτει ακόμα; Ποιο είναι το κόστος της φήμης;

Η φήμη δημιουργεί πλασματική εικόνα του εαυτού σου και μεγεθύνει τις πράξεις σου. Και αυτό είναι ενοχλητικό γι’ ανθρώπους του δικού μου χαρακτήρα. Γιατί εμένα με νοιάζει το «μέσα» και όχι το «φαίνεσθαι». Και το μέσα τη φήμη δεν την ενδιαφέρει. Την ξέρω την ιστορία, ότι «σκύλος δάγκωσε άνθρωπο» δεν είναι είδηση, ενώ το «άνθρωπος δάγκωσε σκύλο» είναι. Εμένα όμως δεν με ενδιαφέρει η πρωτοτυπία στη ζωή, μόνο στη δουλειά. Στη ζωή με ενδιαφέρει η αλήθεια και γι’ αυτήν δουλεύω. Για μένα είδηση είναι η πρώτη. Γιατί υπάρχουν εγκαταλελειμμένα σκυλιά, αδέσποτα, ανεμβολίαστα, πεινασμένα; Ποιος ασυνείδητος άφησε το σκυλί στο

δρόμο και έγινε επιθετικό και δάγκωσε έναν άνθρωπο; Γι’ αυτό προτιμώ να χρησιμοποιώ αυτό που λέτε διασημότητα για να κάνω κάτι χρήσιμο, που θα κάνει και άλλους ανθρώπους να νιώσουν καλύτερα.

 

***

 

«Ο Καζαντζίδης ήταν το Άααααλφα μας κι ο Μπιθικώτσης το Ωωωωωωμέγα μας!»

– Μπορείτε να μου πείτε ένα παράδειγμα για να καταλάβω αυτό το… «με όρους αισθητικής»;

Διάλεξα, ας πούμε, τον Βαμβακάρη και τον Τσιτσάνη ως λαϊκούς συνθέτες από μιαν αισθητική την οποία θα βρείτε, αν ψάξετε, μέσα στην μουσική και τη στιχουργική όλων των τραγουδιών τους. Είναι μια αισθητική που παράγει ταυτότητα, πολιτισμό, δεν είναι απλώς εύκολοι συναισθηματισμοί. Θεώρησα δάσκαλό μου τον Μίκη Θεοδωράκη. Ειδικά ο Θεοδωράκης είναι ο άνθρωπος που λειτούργησε σαν δάσκαλός μας σε όλο το φάσμα αυτού που λέμε μουσικός πολιτισμός του τόπου. Δεν είναι τυχαίο που ο Θεοδωράκης αγαπάει κι αυτός τον Τσιτσάνη και τον Βαμβακάρη. Ο άνθρωπος αυτός είχε το εργαλείο της γνώσης, είχε το εργαλείο της μουσικής και είχε και το εργαλείο του κοινωνικού γίγνεσθαι. Αυτά προσπάθησα να κάνω και δικά μου εργαλεία! Τώρα που έχουν περάσει τα χρόνια, αρχίζω να καταλαβαίνω πόσο πολύ μεγάλο ρόλο έπαιξε αυτή η συνειδητοποίηση που δημιούργησε ο Θεοδωράκης με τη μουσική του, με τους στίχους του Ελύτη, του Σεφέρη, του Ρίτσου… Για παράδειγμα, εγώ τον Μπιθικώτση μέχρι τότε τον άκουγα σαν τον δικό μας άνθρωπο, τον λαϊκό τραγουδιστή που αγαπούσαμε όλοι. Ο Μπιθικώτσης, μάλιστα, μου ταίριαζε πιο πολύ. Λάτρευα όμως και τον Καζαντζίδη. Ο Καζαντζίδης τραγουδούσε και έκλαιγε. Έλεγε τραγούδια λυπημένα, λαϊκά… Μου άρεσε όμως αυτό το «Αχ!» που έβγαζε από μέσα μας ο Καζαντζίδης, με τράβαγε… Μετά έβγαινε ο άλλος, ο Μπιθικώτσης, και τραγούδαγε το «Διψάσαμε το μεσημέρι…» κι έλεγα: «Κάτι γίνεται εδώ! Κάτι καινούργιο!». Έπαιρνα βαθιά εισπνοή μ’ εκείνα τα τραγούδια, ψήλωνα, ένιωθα άλλος, μεγαλύτερος, έτοιμος για πιο επικίνδυνες αποστολές! Έλεγε για «τ’ όνειρο που χάνεται», αλλά το ’λεγε σαν να σου ’ριχνε χαστούκι. Έλεγα: «Κάτσε, εδώ υπάρχει και κάτι άλλο… Ένα άλλο παράπονο. Μια άλλη διαμαρτυρία. Αυτό το πράγμα με τρέλαινε, μου

φαινόταν απροσδόκητο, περίεργο. Κι έτσι λάτρεψα τον Μπιθικώτση. Ένιωθα ότι με όπλιζε, μου γέμιζε το γεμιστήρα μου, καταλαβαίνετε; Και από την άλλη, ο Καζαντζίδης ήταν αυτό το παραπονιάρικο… το κλάμα… όλο αυτό που επίσης με κάλυπτε, γιατί αυτή ήταν η ζωή μου και απέναντι ήταν η θάλασσα που απλώνεται μπροστά μας και μας καλεί να πέσουμε να κολυμπήσουμε στο άγνωστο. Τι να κάνουμε; Μήπως η Ελλάδα αυτό δεν είναι; Αυτά τα

δύο μαζί, το ένα συμπληρώνει το άλλο. Το ένα μέρος είναι μαξιλάρι, μπαμπάκι… και το άλλο είναι τσιμέντο, ένα πράγμα περίεργο. Για μένα ο Καζαντζίδης ήταν το Άαααααλφα μας κι ο Μπιθικώτσης το Ωωωωωωμέγα μας!

– Και τα λαϊκά τραγούδια τι ήτανε για σας;

Για μένα τα λαϊκά τραγούδια ήταν οι ρίζες μου και τα παράσημά μου· δεν ξέρω αν άλλο παιδί τόσο μικρό συμμετείχε με την ψυχή και με το σώμα του τόσο πολύ σε αυτά τα τραγούδια. Η «Αχάριστη» του Τσιτσάνη, ας πούμε, μου φαινόταν σπουδαίο μουσικό έργο. Κι αυτά αργότερα τα είδα δημοσιευμένα, τα λέγανε μεγάλοι μουσικοί. Ο Θεοδωράκης έλεγε ότι «αυτά τα τραγούδια είναι μικρά συμφωνικά». Εγώ τα αισθανόμουν αυτά από μόνος μου, χωρίς να μου έχει πει κανείς το παραμικρό. Κι αυτό που αισθανόμουν, με οδηγούσε στις μετέπειτα

σπουδαίες συναντήσεις μου με ανθρώπους που έλεγαν και αποδείκνυαν με την γνώση τους αυτά που εγώ αισθανόμουν.

 

***

 

«Αυτό το χάδι τουΤσιτσάνη το κουβαλάω σ΄ όλη μου τη ζωή»

– Γνωρίσατε τον Τσιτσάνη… Πώς ήταν από κοντά, σαν άνθρωπος;

Έχω να διηγηθώ πολλά για τον Τσιτσάνη. Τον ξαναγνώρισα μεγάλος πια, από τον Κώστα Χατζηδουλή. Μου έδειχνε συμπάθεια και ήταν πάντα πολύ καλός μαζί μου. Όμως ο Τσιτσάνης δεν ήταν καθόλου όπως φαντάζεστε τους ρεμπέτες, χύμα στο κύμα. Στη ζωή του ήταν ένας πολύ σοβαρός και σχολαστικός άνθρωπος. Θυμάμαι σε μια εκπομπή που κάναμε στην ΕΡΤ για τα ρεμπέτικα και το λαϊκό τραγούδι και του είπαν να μας μιλήσει, ποιος ο Τσι-

τσάνης, ο αρχηγός, ζήτησε μέρες για να ετοιμαστεί. Κάθισε μόνος του και έγραψε το κείμενο και το μελέτησε. Και όταν κάναμε το γύρισμα, διόρθωσε αρκετά πράγματα στο μοντάζ και επαναλάβαμε άλλα που του είχαν διαφύγει σε δεύτερο γύρισμα. Τότε θυμάμαι μου είχε πει πολύ σοβαρά: Μερικά τραγούδια μου θα μπορούσαν να γίνουν πολύ ωραία με συμφωνική ορχήστρα. Όχι όλα, μερικά. Και εσύ μπορείς να το κάνεις. Του έδωσα το χέρι, δηλαδή

τον λόγο μου, γιατί είχα ακριβώς την ίδια γνώμη.

– Τον είχατε γνωρίσει και όταν ήσασταν πιο μικρός;

Ναι βέβαια… Τον Τσιτσάνη τον πρωτογνώρισα πολύ μικρό παιδί και τον άκουγα σχεδόν όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, στις κουβέντες των μουσικών. Όλους τούς έλεγαν με τα μικρά τους ονόματα, αλλά ο Τσιτσάνης ήταν πάντα ο Τσιτσάνης. Πήγα με τη μάνα μου, λοιπόν, με το πράσινο (το λεωφορείο) στο μαγαζί του, να πάρουμε από έναν μουσικό −τον Ανέστο τον μπουζουξή− ένα γράμμα από τον Λουκά που μας είχε στείλει από την Αμερική, ίσως και με λίγα δολάρια μέσα. Μιλήσαμε με τον μουσικό και είπε στον Τσιτσάνη: «Αυτός είναι ο μικρός γιος του Λουκά». Μου φάνηκε τεράστιος μόλις τον πλησίασα. «Έλα εδώ, μικρέ», μου είπε και με χάιδεψε. «Να προσέχεις τη μάνα σου». Αυτό το χάδι το κουβαλάω σ’ όλη μου τη ζωή.

 

***

 

Πράγματα που δεν έχω κάνει και θα ήθελα να κάνω πριν πεθάνω

  • Ταξίδι στην Ανταρκτική
  • Ελεύθερη πτώση με αλεξίπτωτο
  • Με βαθυσκάφος στον ωκεανό
  • Να πιλοτάρω υπερηχητικό τζετ
  • Να δουλέψω εθελοντής σ’ ένα μουσείο-αρχείο ελληνικής μουσικής και τραγουδιού, αν το προλάβω. Ναι, καλά ακούσατε, δεν υπάρχει!
  • Να μάθω κανονάκι, να κάνω ένα δίσκο με μουσικούς, οργανοπαίχτες που τραγουδάνε καλά
  • Να προλάβω έναν αυτοδιαχειριζόμενο οργανισμό πνευματικών δικαιωμάτων
  • Να βοηθήσω όσο μπορώ να γίνει κατανοητό στους συμπατριώτες μου το έγκλημα που κρύβεται μέσα στον νεοναζισμό
  • Να προλάβω τα εγγόνια μου έφηβους, και… …την Ελλάδα να βγαίνει υγιής από τα μνημόνια.Ο Θανάσης Λάλας γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε στο Οικονομικό Τμήμα της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου  Θεσσαλονίκης, έπαιξε ποδόσφαιρο, συναντήθηκε νωρίς με την τύχη του. Σε πολύ νεαρή ηλικία είχε την ευκαιρία να ζήσει δίπλα στον Στρατή Τσίρκα, ένα

    σπουδαίο Έλληνα συγγραφέα, και να τον καθοδηγήσει στο χώρο της ποίησης ο Μανώλης Αναγνωστάκης, ο Νίκος Καρούζος και ο Μίλτος Σαχτούρης. Στην ηλικία των 23 γνώρισε τυχαία τον Άντι Γουόρχολ και αυτή η συνάντηση άλλαξε την πορεία της ζωής του. Ξεκίνησε να παίρνει συνεντεύξεις και να επιδιώκει συναντήσεις με σημαντικούς Έλληνες καλλιτέχνες και λόγιους, άρχισε να κάνει καθημερινότητά του αυτές τις συναντήσεις. Μέχρι σήμερα έχει δημοσιεύσει 3500 συνεντεύξεις με μοναδικές προσωπικότητες από όλο τον κόσμο.

    Έχει δουλέψει ως δημοσιογράφος σε μεγάλα Ελληνικά περιοδικά και εφημερίδες και έχει διακριθεί ως δημιουργός νέων περιοδικών, έχει δημιουργήσει 33 καινούργια concept για περιοδικά. Σήμερα δραστηριοποιείται δημιουργικά στη ζωγραφική, την γλυπτική και συνεχίζει επιλεκτικά στη γραφή.

ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑ

Απαντήστε στο σχόλιο