Νέα Υόρκη.- « Με το τραγούδι μας ξορκίζουμε το κακό», είπε ο Γιώργος Νταλάρας καλωσορίζοντας τους 1.500 φίλους του που πλημμύρισαν την Πέμπτη 20 Νοεμβρίου το κατάμεστο Town Hall του Μανχάταν, για τη συναυλία του αγαπημένου της Ομογένειας έλληνα καλλιτέχνη, που επέστρεψε έπειτα από έξι χρόνια στην Αμερική.

06photo1-dalaras

Οι συναυλίες είχαν θέμα το ρεμπέτικο (Rembetiko Unplugged: The Greek Blues) και κάλυψαν διάφορες ιστορικές διαδρομές του ρεμπέτικου τραγουδιού. Μαζί με το Γιώργο Νταλάρα, ο Βασίλης Κορακάκης (που έπαιξε και μπουζούκι), η Αθηνά Λαμπίρη και η Ασπασία Στρατηγού , ερμήνευσαν τραγούδια του Βαμβακάρη και του Τσιτσάνη, αλλά και μεγάλων Σμυρνιών συνθετών όπως ο Βαγγέλης Παπάζογλου και άλλων συνθετών όπως ο Απόστολος Καλδάρας και ο Απόστολος Χατζηχρήστος. Και βέβαια όλα τα τραγούδια με τη συνοδεία του κοινού που όχι απλά αποθέωσε τους καλλιτέχνες, αλλά και τραγούδησε μαζί τους.

Το Σάββατο 22 Νοεμβρίου δόθηκε η δεύτερη συναυλία στο καζίνο Ceasar’s του Ατλάντικ Σίτι και θα ακολουθήσουν: Theater Rialto στο Μόντρεαλ στις 26 Νοεμβρίου, The Wilbur Theater στη Βοστόνη στις 29 Νοεμβρίου, Harris Theater στο Σικάγο στις 30 Νοεμβρίου και The Danforth Music Theater στο Τορόντο στις 4 Δεκεμβρίου.

Μιλώντας τη Δευτέρα στους ομογενείς δημοσιογράφους, στη διάρκειας συνέντευξης που παραχώρησε στο Γραφείο Τύπου της Ελλάδας στη Νέα Υόρκη, ο Γιώργος Νταλάρας είπε πως το ρεμπέτικο τραγούδι, σ’ αυτές τις εποχές, δίνει έναν μπούσουλα. Δεν κάνει πολιτικό μανιφέστο.

«Αυτή τη φορά, ήρθα εδώ για κάτι παλιό, που μας πάει πολύ πίσω, αλλά που έχει σχέση με την Αμερική» είπε ο ερμηνευτής και πρόσθεσε: «Οι συναυλίες μας δεν έχουν την ποικιλότητα που είχαν άλλες μας εμφανίσεις. Τώρα, επικεντρωνόμαστε σε ένα από τα πιο χρωματισμένα και αυστηρά κομμάτια του ελληνικού τραγουδιού».

Ο Γιώργος Νταλάρας σημείωσε: «Εμείς οι νεότεροι αρχίζουμε και το ψάχνουμε το ρεμπέτικο. Και λέω νεότεροι, σε σχέση με τους πατεράδες και τους παππούδες μας. Οι γενιές όμως που γέννησαν το ρεμπέτικο δεν έψαξαν ποτέ να το βρουν. Ο καιρός που έγραψαν τα τραγούδια δεν τους έδινε την πολυτέλεια να αναζητήσουν ούτε από πού ξεκινάει αυτό το τραγούδι, ούτε τι το συντηρεί σήμερα και ούτε το τι θα γίνει αύριο. Αν πάμε πίσω στην ιστορία του ρεμπέτικου, θα δούμε ότι ξεκινάει πολύ νωρίς, τον 18ο αιώνα. Αυτό το ρεμπέτικο, το οποίο γνωρίζουμε εμείς ως εθνικό τραγούδι, ξεκινάει πολύ νωρίς τη δεκαετία του ΄30. Από τότε αρχίζει ο κόσμος στην Ελλάδα να μιλάει για το ρεμπέτικο. Το ρεμπέτικο όμως είχε μια ιστορία εξήντα μέχρι ογδόντα χρόνων πίσω από το 1930. Ξεκινάει από τη Μικρά Ασία, κυρίως από τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη, περνάει από μια πολύ μικρή ομάδα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και κυρίως, το μεγάλο σώμα, γεννιέται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Δηλαδή, το ρεμπέτικο τραγούδι έχει ρίζα στην Αμερική και αυτό το μαθαίνουμε σιγά σιγά. Γι αυτό λέω ότι οι δικές μας γενιές αρχίζουν και ψάχνουν».

Για τις «σύγχρονες γενιές, τα νεότερα παιδιά» είπε ότι «αρχίζουν να γυρίζουν πίσω στην ανατολική μουσική, ενώ όλο το “ιμπεριαλιστικό μουσικό σύστημα”, το οποίο έχει κατακλύσει τηλεοράσεις, ραδιόφωνα, Τύπο, τα πάντα, και τώρα το διαδίκτυο, περνάει μια κοινή μουσική, μια παγκοσμιοποιημένη μουσική, η οποία σχεδόν σκεπάζει όλο τον κόσμο. Υπάρχουν όμως μικρές εστίες αντίστασης, όπως το φλαμένκο από την Ισπανία, το φάντο από την Πορτογαλία, το μπλουζ από την Αμερική και άλλες χώρες που είναι πιο ανατολικά από εμάς, που, συνήθως δεν ασχολούμαστε με αυτά και είναι η πεντατονική μουσική της Κίνας, είναι επίσης η πεντατονική μουσική της λατινικής Αμερικής, κυρίως των Άνδεων. Πρόκειται για κομμάτια του κόσμου που είναι μια μορφή αντίστασης. Η δική μας αντίσταση είναι το ρεμπέτικο τραγούδι που έθρεψε το δημοτικό και το βυζαντινό μέλος και από το οποίο στην ουσία πήρε και το διατήρησε μέσα στους αιώνες. Για το ρεμπέτικο τραγούδι ο Μίκης Θεοδωράκης είπε, με το μεγαλείο που τον διακρίνει, “θα ήθελα να με θεωρείτε ως έναν απλό μαθητή του Βασίλη Τσιτσάνη”, θέλοντας έτσι να μας κάνει όλους να κοιτάξουμε στην ελληνική παράδοση, στην ψυχή των ανθρώπων που έγραψαν πράγματα ταπεινά και καθημερινά, που όμως έχουν σχέση με την ιστορία, την περηφάνια και τη γλώσσα του τόπου και καταφέρνουν μέσα στους κύκλους που κάνει η μουσική, στο μέλλον, να γίνεται ένα κομμάτι από την άγκυρα που κρατάει αυτό το καράβι που λέγεται “Ελλάδα”».

Ο ερμηνευτής υποστήριξε ότι «το ρεμπέτικο τραγούδι, αυτό το κομμάτι του περιθωρίου -γιατί εκείνα τα χρόνια ήταν εντελώς περιθωριακό είδος και ένα μεγάλο του μέρος ασχολείτο με τις ουσίες, ένα άλλο με τους βαρυποινίτες και τη φυλακή, ένα άλλο με τη ξενιτιά και ένα άλλο με την αγάπη και με την παλιοπαρέα- διαμόρφωσε το ελληνικό τραγούδι. Ο Τσιτσάνης το πήρε και το έκανε ένα περήφανο, λαϊκό τραγούδι, που αργότερα έμελε να σκεπάσει όλη την κοινωνία».

Αναφερόμενος στις συναυλίες για το ρεμπέτικο που έδωσε σε ευρωπαϊκές πόλεις, υπογράμμισε: «Γράφτηκαν πολλά και θα δείτε πως ο κόσμος του Τύπου και ο κόσμος που ψάχνει τη μουσική εννοεί το ρεμπέτικο μετά απ’ όλες αυτές τις δεκαετίες. Πόσοι έχουν ασχοληθεί με τη ρεμπέτικη μουσική, πόσοι καθηγητές υπάρχουν σε σχολεία της Σουηδίας, της Γερμανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου που προτρέπουν τους φοιτητές τους να ασχοληθούν, για παράδειγμα, με τον Μάρκο Βαμβακάρη, με το ρεμπέτικο τραγούδι, με το σμυρναίικο τραγούδι, με τη βυζαντινή μουσική, με τα μακάμ, δηλαδή τους δρόμους που εμείς έχουμε περιορίσει σε δέκα, δώδεκα, ενώ τα μακάμια, οι δρόμοι της ανατολικής μουσικής, είναι περίπου 120 και έχουν τη ρίζα τους στην Περσία, όχι γιατί δεν είναι ελληνική, αλλά επειδή οι Πέρσες στον μεσαίωνα τα προστάτεψαν. Και με τη συγγένεια που είχαν, λόγω της οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι Έλληνες συγγραφείς βυζαντινής μουσικής συνεργάστηκαν μαζί τους. Στην παράδοση της βυζαντινής μουσικής και της παραδοσιακής τουρκικής μουσικής σήμερα θα δείτε δεκάδες ελληνικά ονόματα συνθετών παραδοσιακής μουσικής στην οθωμανική εποχή. Μερικοί λένε ότι τα ρεμπέτικα είναι τούρκικα τραγούδια. Όχι αδέλφια μου, δεν είναι τούρκικα, γιατί μέχρι το 1922 το μισό ποδάρι της πατρίδας Ελλάδας ήταν στη Ιωνία και μην ξεχνάτε ότι οι Αθηναίοι είναι Ίωνες. Είναι μια άλλη ιστορία, αν από δικά μας σφάλματα δεν έχουμε αυτές της πατρίδες».

Είπε ακόμη: «στην Ευρώπη θεωρούν το ρεμπέτικο τραγούδι ότι είναι μια σχολή τραγουδιού παγκόσμιας κληρονομιάς. Εμείς όμως στην Ελλάδα δεν το έχουμε. Το έχουμε μόνο ως γλέντι για τις πρωινές ώρες, αφού πάμε σε ένα οποιοδήποτε μαγαζί. Δεν έχουμε αναγνωρίσει ακόμα το μπουζούκι ως λαϊκό όργανο. Δεν έχουμε ακόμα αναγνωρίσει τη λαϊκή κιθάρα, το λαϊκό πιάνο, τα δημοτικά όργανα, το κλαρίνο και το βιολί. Ακόμα ως πολιτεία, ως ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, δεν δίνουμε πτυχίο στη λαϊκή μουσική. Γι’ αυτό, μερικές φορές δεν πρέπει να αναρωτιόμαστε γιατί δεν πάμε καλά. Είναι στραβός ο γιαλός ή το καράβι; Πρέπει αυτό να το ξαναδούμε».

Για τα δικά του προσωπικά βιώματα και τις σχέσεις του με το ρεμπέτικο, αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στο τι του άφησε ο πατέρας του ως «εσωτερική ανάγκη» και πως μεγάλωσε μουσικά στην «αγκαλιά των φίλων» του πατέρα του, σπουδαίων δημιουργών και μουσικών. «Μέσα απ’ αυτά τα τραγούδια έμαθα την κοινωνία και τον κόσμο» είπε, σημειώνοντας ότι «θα ήταν παράδοξο να μη συνεχίσω να τραγουδάω αυτά τα τραγούδια. Το ρεμπέτικο τραγούδι είναι πραγματικά το μπλουζ των Ελλήνων».

Απαντώντας σε αρκετές ερωτήσεις, ο Γιώργος Νταλάρας μίλησε και για τα σημερινά δρώμενα στην Ελλάδα: «Επειδή πάντα στο μυαλό μας είναι η Ελλάδα, διάβασα προηγουμένως στο διαδίκτυο ότι επτά χιλιάδες αστυνομικοί έχουν παραταχθεί για να προφυλάξουν την πρωτεύουσα την ημέρα του Πολυτεχνείου. Και σκέφτομαι πόσο σημαντικότερο θα ήταν αν αυτοί οι επτά χιλιάδες αστυνομικοί ήταν επτά χιλιάδες γιατροί σε χωριά και ακριτικά νησιά που έχουν τέτοιες ελλείψεις αυτό τον καιρό. Αυτά όλα όμως είναι μια άλλη ιστορία που δεν χωράει σε μια μουσική παράσταση».

Στο ερώτημα αν «το ρεμπέτικο έχει πολιτική πρόταση», διατύπωσε την άποψη: «Στις μέρες μας, που η σύγχυση έχει διογκωθεί και είναι σαν τεράστιο αερόστατο πάνω από το κεφάλι μας, αν κανείς θέλει να μιλήσει πολιτικά και να μην παγιδευτεί μέσα στη λογική των κομμάτων ή των αλλοπρόσαλλων αντιλήψεων, αξίζει μόνο να δει τι συμβαίνει σήμερα στην ελληνική Βουλή. Περίμενε κανείς, για παράδειγμα, να έχει αυτό το χαρακτήρα που έχει; Υπάρχουν κάποιοι που ή τους ψεκάζουνε ή μπορεί να είναι μέλη εγκληματικών οργανώσεων ή άρρωστων ψυχολογικά. Κι όμως είναι εκεί μέσα. Σε μια τέτοια λοιπόν περίοδο κρίσης είναι καλύτερα ο καθένας να κοιτάξει τι μπορεί να κάνει στο άμεσο περιβάλλον του και να προστατέψει τις πεποιθήσεις του, τις αντιλήψεις του και κυρίως την αισθητική του. Πιστεύω λοιπόν ότι το ρεμπέτικο τραγούδι σ’ αυτές τις εποχές δίνει έναν μπούσουλα. Δεν κάνει πολιτικό μανιφέστο». Πρόσθεσε δε ότι προσωπικά δεν θέλει να ξαναπάθει την «αλλοίωση της πρόθεσης και της μουσικής», τονίζοντας χαρακτηριστικά: «Θέλω να κάνω τη δουλειά μου ήρεμα και ήσυχα. Όχι γιατί φοβάμαι τις διαδικασίες, αλλά γιατί έχω αρχίσει και φοβάμαι τις λανθασμένες ερμηνείες που είναι καθοδηγούμενες. Ο κόσμος σήμερα έχει ανάγκη από αλληλεγγύη και ανθρωπιά».

Καταλήγοντας, τόνισε ότι «αυτό που λείπει από την Ελλάδα είναι μια φόρμα δικαιοσύνης που δεν θα επιτρέπει στους πατριδοκάπηλους να λειτουργούν με τον τρόπο που λειτουργούν σήμερα».

Όσον αφορά τη διαχρονική παρουσία και τα μηνύματα του ρεμπέτικου τραγουδιού ανέφερε: «Ο Τσιτσάνης έγραψε κάποτε “μην απελπίζεσαι και δε θ’ αργήσει κοντά σου θα ‘ρθει μια χαραυγή”. Αυτά λοιπόν είναι πολύ δυνατά, δεν πρόκειται ποτέ να χαθούν. Και σήμερα, υπάρχουν νέοι συνθέτες που έχουν ως βάση το ρεμπέτικο. Επομένως, σε καμία κρίση δεν υπάρχει περίπτωση να υποχωρήσει το ρεμπέτικο».

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Dear,

    The most respected I am mesmerized by your music and I address you to help in realization of the unique music lexicon of the 20th century, that comprises 30 countries of the world and which I’m planning to publish by the end of this year. The purpose of this project is to promote music, performers and authors from the different parts of the world. In this music lexicon you take a prominent place as an author. I’m asking you kindly to send me photos Yorgos Dalaras to illustrate the text in the mentioned lexicon / book.

    I would also ask you to state the authors of those photographs, if they’re known to you, so that I could sign their names and respect author’s copyright. Since funding for the lexicon is much harder than I expected, I’m not able to pay to those photographers but I would certainly be glad to sign their names. And also to mention this very important fact that I am a professional journalist who cherish real musical values. I live in Serbia, in the capital Belgrade, and work as a newspaper correspondent for Dnevnik ( http://www.dnevnik.rs).

    My heartfelt thanks to you!
    Sincerely yours
    Vladimir Djuricic, journalist,
    vladimir.djuricic@yahoo.com
    Belgrade, Serbia

Απαντήστε στο σχόλιο

two × four =