Υπογράφει: Πέτρος Πετράκης
10/08/2013

 

Η πρώτη φορά που συνάντησα από κοντά τον Γιώργο Νταλάρα, ήταν το 2004 στη Θεσσαλονίκη, στα παρασκήνια των… αφιερωματικών του παραστάσεων για τον Β. Τσιτσάνη. Περίμενα υπομονετικά τη σειρά μου, καθώς υπήρχαν πολλοί μπροστά μου που ήθελαν να του μιλήσουν. Όσο περνούσε η ώρα, μπορούσα να διακρίνω τους διαλόγους. Οι περισσότεροι, τον επαινούσαν για την φωνή του και την αποδοτικότητα της, εκφράζοντας πλήθος εγκωμίων, φέρνοντάς τον έτσι σε αμηχανία. Όταν ήρθε η σειρά μου, του έδωσα να μου υπογράψει το πρόγραμμα των παραστάσεων. Τότε, του είπα κάτι σχετικό με την κιθάρα του. Εξεπλάγη και με ρώτησε αν είμαι μουσικός. Του ανέφερα πως είμαι κιθαρίστας. Έδειξε ενδιαφέρον και ξεκίνησε μια σύντομη συζήτηση περί μουσικών οργάνων, που κατέληξε στην προτροπή «συνέχισε το, μην σταματήσεις».

Φυσικά, δεν σκόπευα να σταματήσω… Εκείνο όμως που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, μετά την πρώτη μου επαφή μαζί του (που είναι η πιο καίρια για έναν θαυμαστή, η πιο καθοριστική), ήταν πως οι τίτλοι «ο μεγάλος τραγουδιστής», «η σπουδαία φωνή», όπως και οι προσφωνήσεις του στυλ «γεια σου μεγάλε», «αξεπέραστε» κτλ, έθεταν αυτομάτως τον Γιώργο Νταλάρα πίσω από ένα αμυντικό τείχος. Γιατί, όση ώρα περίμενα να του μιλήσω, τον έβλεπα να αποκρούει ευγενικά τα κολακευτικά σχόλια και να προσπερνά τις φιλοφρονήσεις, δηλώνοντας, διακριτικά, αδιαφορία. Όταν έφευγα, συνειδητοποίησα πως πριν λίγο, είχα αντικρίσει έναν Γιώργο Νταλάρα που απέφευγε να φορά το –καλοραμμένο – κουστούμι του «τραγουδιστή», γιατί προτιμούσε την φόρμα εργασίας του «μουσικού». Η διαπίστωση μου αυτή, που πλέον είχε επιβεβαιωθεί πανηγυρικά, παρέμενε για χρόνια αμφίβολη. Κυρίως γιατί, δεν είχα μέχρι τότε την ευκαιρία να προσεγγίσω έναν άνθρωπο που κατάφερε με τον τρόπο του να εμπλουτίσει μοναδικά το μεγαλύτερο κομμάτι που απαρτίζει τον εαυτό μου: την μουσική. Η παρατήρηση ενός δημόσιου προσώπου πίσω από το έξωθεν φαίνεσθαι είναι αποκαλυπτική, καθώς μαρτυρά τον τρόπο σκέψης του, την ταυτότητα του, το είναι του. Και ο Γιώργος Νταλάρας πίσω από την σκηνή, στα καμαρίνια, απέδειξε περίτρανα πως είναι μουσικός. Άλλωστε με αυτόν τον τίτλο ξεκίνησε.

 

1969

Μεσούσης της δικτατορίας, ο νεαρός μουσικός Γιώργος Νταλάρας ξεκινά επίσημα την δισκογραφική του καριέρα ως τραγουδιστής. Η μετέπειτα επιτυχία του οφείλεται, κατά πολλούς, στην τραγουδιστική του δεινότητα. Θεωρώ πως αυτή η άποψη, αποτελεί την μισή αλήθεια. Γιατί η άλλη μισή κρύβεται αλλού. Ομολογημένο είναι από τον ίδιο πως όταν ξεκινά, φωνητικά, είναι εμφανώς ανέτοιμος. Είχε όμως μεγάλη θέληση για να βελτιωθεί. Ο κ. Μάτσας διακρίνει αυτό το στοιχείο και αναγνωρίζοντας την καλή βάση της ακατέργαστης φωνής του, του δίνει το βήμα. Ο Νταλάρας μπαίνει στο τραγούδι, χωρίς όμως να γοητεύεται από την προοπτική της τραγουδιστικής καριέρας. Μπαίνει στο τραγούδι γιατί θέλει να προσφέρει ό,τι μπορεί περισσότερο και καλύτερο, για αυτό που αγάπησε με τόσο μεγάλο πάθος: την μουσική. Μεγαλωμένος με τις αρχές της προσφοράς και της αλληλεγγύης, δε θα μπορούσε να πράξει διαφορετικά. Γνωρίζει πως η αξία της προσφοράς του, είναι άμεση συνάρτηση της ποιότητας της. Όντας αποφασισμένος να προσφέρει, δεν δέχεται να υστερεί. Δίνει λοιπόν τον καλύτερο του εαυτό, ώστε το σύνολο της προσφοράς του να είναι όσο το δυνατόν πιο ολοκληρωμένο. Επισήμανση: ο πιο αξιόπιστος κριτής ενός μουσικού, είναι ο ίδιος ο εαυτός του. Αυτός θα του πει πότε το αποτέλεσμα της μελέτης του είναι άριστο και πότε θα πρέπει να ασχοληθεί ξανά με μια μουσική λεπτομέρεια, εξωραΐζοντας την. Γιατί απώτερος σκοπός του μουσικού είναι να αποφύγει την μετριότητα και την λογική του «καλό είναι, φτάνει». Ο μουσικός για να αποδώσει σωστά ένα τραγούδι, οφείλει να το γνωρίσει, να το βιώσει, να το κάνει κτήμα του. Με άλλα λόγια, να του καταστεί κατανοητό. Για να γίνει όμως αυτό, προαπαιτείται μελέτη και νοητική αναμόχλευση, ώστε να επιστραφεί επιτυχώς στο κοινό αυτή η γνώση. Όταν ολοκληρώσει αυτήν την πρώτη φάση, ο μουσικός θα περάσει στο στάδιο του πειραματισμού, πειράζοντας ένα τραγούδι, προσθέτοντας την λεπτομέρεια εκείνη που θα αποτελέσει και την μουσική του σφραγίδα. Τότε θα καταφέρει να ξεχωρίσει. Όχι πριν. Ο μουσικός δεν μπορεί να «απαιτήσει» τον σεβασμό του κοινού του, αν παίζει μπροστά του κάνοντας λάθη ή ξεχνώντας το τι παίζει. Απαιτείται πρωτίστως σεβασμός του εαυτού, για να κερδηθεί ο σεβασμός του κοινού.

 

Το… κούρδισμα

Γίνεται αμέσως αντιληπτό πως είναι αδιανόητο να υπάρξει ολοκληρωμένος τραγουδιστής, χωρίς να ξέρει να παίζει, έστω στοιχειωδώς, ένα μουσικό όργανο. Όσο καλή φωνή και αν έχει κάποιος, όσο τεράστιες δυνατότητες και αν έχει, δεν μπορεί να πορευτεί με οδηγό μόνο την φωνή του. Γιατί η φωνή από μόνη της είναι όργανο – και όλα τα όργανα χρειάζονται κάποια στιγμή κούρδισμα.Στα τέλη του 1960, η έννοια «τραγούδι» έχει εντελώς διαφορετική ερμηνεία από ότι είναι στις μέρες μας. Σήμερα, οι ευκολίες που παρέχει η τεχνολογία, μπορούν να κάνουν θαύματα. Υπάρχουν τόσα παραδείγματα τριγύρω μας που το αποδεικνύουν. Τότε όμως, ο τραγουδιστής ήταν γυμνός μπροστά στο μικρόφωνο. Μονάχος αυτός και το μικρόφωνο. Τίποτε άλλο. Για να υπερβείς τους τεχνικούς περιορισμούς της εποχής, έπρεπε να τραγουδάς σωστά. Και για να τραγουδήσεις καλά, είναι προφανές πως έπρεπε να υπερβείς τις όποιες αδυναμίες σου, δουλεύοντας την φωνή σου, καλλιεργώντας την με επιμονή. Και ο Νταλάρας δεν την δούλεψε απλά την φωνή του. Την μάτωσε.

Η μόνη του βοήθεια, ο οδηγός του, ο μπούσουλας του, το πρόχειρο πάνω στο οποίο έλυνε όλες τις εξισώσεις των μουσικών δρόμων και των γυρισμάτων της φωνής, ήταν η κιθάρα. Το γνώριζε πως χωρίς αυτήν, δεν θα τα κατάφερνε ποτέ να κουρδίσει την φωνή του τόσο καλά. Δεν θα εξελισσόταν. Με την κιθάρα στα χέρια, προσέγγιζε το κάθε τραγούδι με τον ίδιο πάντα τρόπο: αργά αργά, νότα νότα, εξερευνώντας τα μουσικά μονοπάτια και ανακαλύπτοντας τον στίχο. Μελετά δίχως αύριο, αναγνωρίζοντας πως η σκληρή δουλειά είναι το μέσον που θα τον οδηγήσει στη γνώση του αντικειμένου. Μελετά λοιπόν με πάθος αλλά και πείσμα. Η εμμονή του αυτή, οφείλεται σίγουρα στις επιρροές που αφομοίωσε, νομοτελειακά, από τον πατέρα του Λουκά. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να πράξει διαφορετικά, μιας και οι επιλογές είναι αποτέλεσμα των επιρροών.

Ανατρέχει στο υπάρχον υλικό της εποχής και σκαλίζει όσα περισσότερα τραγούδια μπορεί. Μαθαίνει τραγούδια, μουσικούς δρόμους, είδη ρυθμών. Καθώς ολοκληρώνεται ως κιθαρίστας, παράλληλα, δοκιμάζει ερμηνείες, μαθαίνει τους τρόπους με τους οποίους τραγουδούσαν οι μεγάλες φωνές της εποχής. Υπαίτιος αυτού του γεγονότος, είναι ένας άλλος, σπουδαίος μουσικός: ο Απόστολος Καλδάρας, ο οποίος συμβουλεύει τον Γιώργο να κάνει κτήμα του τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύουν οι μεγάλοι της εποχής. Του προτάσσει όμως την ανατροπή: να ερμηνεύσει με τον δικό του τρόπο. Έτσι ο Νταλάρας αρχίζει σιγά – σιγά να χτίζει το δικό του τραγουδιστικό προφίλ, οδεύοντας προς την ολοκλήρωση. Στις ευφάνταστες ερμηνείες των τραγουδιών, προσθέτει μικρές, αλλά διακριτές λεπτομέρειες, που τον διαχωρίζουν από τους υπόλοιπους τραγουδιστές. Ερμηνευτικά, δεν υπερέβη ποτέ τα όρια του, όχι γιατί αδυνατούσε, αλλά γιατί τα έθετε όλο και πιο μακριά. Η εξέλιξη των ερμηνευτικών του εξάρσεων, αποτυπωμένη στην δισκογραφία, έρχεται σιγά – σιγά.

 

Στα δάχτυλα

Η μεθοδικότητα, η εργασιομανία, η επιμονή αλλά και η υπομονή, είναι τα διαχρονικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν την δουλειά του και δημιουργούν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο ο Γιώργος Νταλάρας ανταγωνίζεται ευγενικά τον εαυτό του. Η επικράτηση μοιάζει να είναι για τον ίδιο ένα στοίχημα που θέλει να κερδίσει. Αυτή η διαρκής εσωτερική αναμέτρηση, η πάλη με τα μειονεκτήματα του, που ξεκινά από την πρόβα στο σπίτι, στο στούντιο και ολοκληρώνεται πάνω στη σκηνή, εξηγεί, εν μέρει, τη δυναμική των ερμηνειών του και την σκηνική του παρουσία.

Εν μέρει, γιατί το υπόλοιπο κομμάτι οφείλεται στην ικανότητα απομνημόνευσης πλήθους στοιχείων, μουσικών και τεχνικών λεπτομερειών, τις οποίες ανακαλεί με άνεση στις πρόβες, καταναλώνοντας ατελείωτες ώρες. Ένας μουσικός, πέραν της πρακτικής εξάσκησης, χρειάζεται και γερή μνήμη: κερδίζει έτσι τον χρόνο από την επαναλαμβανόμενη ανάγνωση της παρτιτούρας και τον επενδύει στην εξάσκηση και στις μεθόδους βελτιστοποίησης της. Αυτή η συνεχής επεξεργασία, ολοκληρώνεται μέσω του νοητικού ελέγχου. Ο έλεγχος της φωνής, του οργάνου και συνακόλουθα της ορχήστρας, των παραμέτρων του ήχου, ο έλεγχος του τι συμβαίνει τριγύρω, μαρτυρά επιβολή στην φωνή, στα δάχτυλα, στην ορχήστρα, στις παραμέτρους του ήχου. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που ο Γιώργος Νταλάρας κατάφερνε να επιβάλλεται: ήταν αυτός που ήλεγχε τα πάντα. Από την ροή του προγράμματος, την ενορχήστρωση των τραγουδιών και την ηχοληψία, μέχρι την χωροταξική διαρρύθμιση της σκηνής και τον φωτισμό του χώρου.

Η γνώση που έχει αποκτήσει με τα όργανα, ως αποτέλεσμα της συνεχούς τριβής του με αυτά, τον έχει βοηθήσει στο να εξοικειωθεί πλήρως με τους ήχους και τις ιδιαιτερότητες των περισσοτέρων μουσικών οργάνων και τον διευκολύνει στο να μετασχηματίζει κατά βούληση την σύνθεση της ορχήστρας του, ανταποκρινόμενος έτσι στις απαιτήσεις του μουσικού υλικού που κάθε φορά παρουσιάζει. Η εμπειρία του αυτή, τον βοηθά επίσης στο να διακρίνει τον καλό μουσικό από τον καλύτερο, τον δεξιοτέχνη από τον βιρτουόζο, τον λαϊκό από αυτόν του ωδείου και να επιλέγει αυτόν που απαιτούν οι περιστάσεις. Με αυτόν τον τρόπο, καταφέρνει να στήνει την ορχήστρα του έτσι, ώστε να αναδεικνύει, με τον πλέον ενδεδειγμένο τρόπο, το εκάστοτε ρεπερτόριό του. Το παράδοξο είναι πως, ενώ ο ίδιος διαλέγει τους μουσικούς του, αφήνεται να παρασυρθεί από το παίξιμο και το ταλέντο τους. Γιατί; Προφανώς γιατί εμπλουτίζεται με καινούρια μουσικά δεδομένα, που τόσο έχει ανάγκη. Γιατί μπορεί να ανταλλάσει «μουσικές φράσεις» με κάποιον μουσικό που θα τον καταλάβει. Ο Λευτέρης Ζέρβας, με το βιολί του, είναι μια τέτοια σπάνια, όσο και ξεχωριστή περίπτωση. Και θεωρώ πως το μεγαλείο του μουσικού του ταλέντου, καθηλώνει αυτό του Γιώργου Νταλάρα, θέτοντας τον τελευταίο σε μια διαρκή εγρήγορση.

Η παρέα των μουσικών, είναι μια ιδιαίτερη κλίκα. Δεν μένει ποτέ στάσιμη. Διαρκώς εξελίσσεται. Τα μουσικά μοτίβα ανακυκλώνονται, βελτιώνονται, νέες μουσικές ιδέες γεννιούνται κάθε φορά. Η ανταλλαγή των ιδεών και το ταίριασμα αυτών υπό την σκέπη ενός τραγουδιού, είναι μια ευτυχής διαδικασία για τους μουσικούς. Εκεί, στο μυαλό και στα χέρια του κάθε οργανοπαίχτη, υπάρχει η πεποίθηση πως παράγεται έργο. Και ο καθένας ξεχωριστά, προσπαθεί να ξεπεράσει τον εαυτό του, προσφέροντας ότι καλύτερο μπορεί να δώσει. Ο Νταλάρας δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από αυτό. Είναι άλλωστε πασιφανές: το ότι παίζει κιθάρα επί σκηνής, ενώ κάνει «κόντρες» με τους συναδέλφους του, μαρτυρά πως μέσα του μιλά, καθάρια, το ένστικτο του μουσικού. Αυτή η άμιλλα μεταξύ μουσικών, μου έχει χαρίσει πλήθος ωραίων στιγμών, που έχουν αποτυπωθεί σε συναυλίες και τηλεοπτικές εμφανίσεις. Ο ομοϊδεάτης Χρήστος Ζέρβας έχει σίγουρα να διηγηθεί πολλές τέτοιες ιστορίες.

Ακόμη και αν απορρίψουμε τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, μπορούμε απλά να ρίξουμε μια ματιά στα εσώφυλλα των δίσκων της πολύπλευρης δισκογραφικής παρουσίας του, που καλύπτουν διαφορετικές μουσικές προοπτικές. Σε κάθε μια από αυτές τις περιπτώσεις, παρόλο που τραγουδά, συμμετέχει, σχεδόν πάντοτε ως μουσικός. Για όσους δεν γνωρίζουν τις διαδικασίες ηχογράφησης ενός τραγουδιού, να διευκρινίσω πως πρώτα γράφονται τα όργανα και μετά η φωνή. Το γεγονός ότι μπαίνει στο στούντιο πρώτα ως μουσικός και μετά ως τραγουδιστής μιλά από μόνο του.

 

Το γιατί αυτής της (σύντομης) ανάλυσης, αισθάνομαι πως έχει διφυή καταγωγή. Πρωτίστως γιατί, μέσα από την καταγραφή και την ανάλυση των παραπάνω πληροφοριών, έγινε μια προσπάθεια να καταστεί κατανοητό στον απλό κόσμο, το τι σημαίνει «να είσαι μουσικός» και να φέρεις τις αρχές που η ιδιότητα αυτή πρεσβεύει. Σε δεύτερη ανάγνωση, το κείμενο προστατεύει τον μουσικό που, με την δική του ανοχή, οι συνθήκες τον θέλουν να έρχεται δεύτερος… Για αυτό και προσπερνά (θαρρεί κανείς εκδικητικά, αλλά δεν είναι έτσι), την έννοια του «τραγουδιστή»… Η ορμέμφυτη ανάγκη διαφύλαξης του κοινού τόπου, αυτού που μοιράζονται οι μουσικοί, αποτέλεσε το εφαλτήριο σε αυτήν μου την προσπάθεια. Μοιάζει να είναι ένα είδος άμυνας απέναντι στις γενικεύσεις εκείνες που επιμένουν να χαρακτηρίζουν τον Γιώργο Νταλάρα αποκλειστικά και καθ’ ολοκληρίαν ως «τραγουδιστή». Όντας μουσικός, έβλεπα να καταπατάται αυτός ο κοινός μας τόπος. Η μουσική μου ταυτότητα δεν θα μπορούσε παρά να υπερασπιστεί την δική του, με το ίδιο πάθος και την ίδια αφοσίωση με την οποία λειτουργεί και ο ίδιος… και βέβαια, επηρεασμένη σαφώς από την κοινή μας παραδοχή, τότε, στα καμαρίνια του ΜΜΘ: «μεταξύ μουσικών η αλληλεγγύη Πέτρο».

 

Υ.γ. Ευχαριστώ από καρδιάς τον Γιώργο Νταλάρα για την αμέριστη συμπαράσταση του.

 

Βίντεο: Αποσπάσματα από πρόβες και συναυλίες του Γιώργου Νταλάρα. Δημιουργία video: Πέτρος Πετράκης
http://www.youtube.com/watch?v=g0rUwc3dSTI

 

Πηγή: http://www.ogdoo.gr/portal/index.php?option=ozo_content&perform=view&id=7461&Itemid=25

 

ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑ

Απαντήστε στο σχόλιο