Με απόλυτη συνείδηση του ρόλο του ως συνθέτη που γράφει για τον Νταλάρα, ο Νίκος Αντύπας πετυχαίνει εντυπωσιακά καθώς δεν διακατέχεται από κόμπλεξ ή ανταγωνισμούς, και υπηρετεί με πίστη όλα τα πρόσωπα του τραγουδιστή.

Όταν ξεκινάς για να γράψεις για έναν νέο δίσκο του Γιώργου Νταλάρα, το πιο δύσκολο είναι να απομονώσεις τον δίσκο αυτόν καθαυτόν, τα δέκα νέα τραγούδια, από τον μύθο του τραγουδιστή, αλλά και από τη δημόσια εικόνα του. Το κάθε νούμερο σε αυτό το νέο cd, τον καρπό της συνεργασίας του με τον Νίκο Αντύπα, δεν έχει απλώς και μόνο να αποδείξει την αξία του ως τραγούδι. Πρέπει κιόλας, σύμφωνα με μία συγκεκριμένη θεώρηση, να στέκεται στο ύψος των καλύτερων επιδόσεων του παρελθόντος του βετεράνου τραγουδιστή, και, επιπλέον, επειδή μιλάμε για τον Γιώργο Νταλάρα, να ανταποκρίνεται το τραγούδι του, ειδικά όσον αφορά τον λόγο, στις θέσεις του τραγουδιστή σε κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, τις παλιότερες, τις νέες, τις διαχρονικές. Αν είναι συντηρητικό, τότε θα βρει απέναντι του τους πιο ριζοσπάστες από τους ακροατές του. Αν είναι αριστερό, τότε θα τον κατηγορήσουν για υποκρισία. Αν τραγουδήσει λαϊκά, θα τον θεωρήσουν πεπαλαιωμένο, αν κοιτάξει προς τη ροκ, θα έχει γυρίσει την πλάτη του στην παράδοση του λαϊκού βάρδου.

Πόσο μεγάλο φορτίο είναι όμως όλο αυτό, και τελικά πόσο αχρείαστο, καθώς, όποιος κι αν είναι ο Νταλάρας, όσο κι αν κάποιοι τον λατρεύουν, και κάποιοι άλλοι λατρεύουν να τον μισούν, ένας δίσκος είναι τελικά τόσο καλός όσο τα τραγούδια του. Και στο φινάλε, ένας τραγουδιστής είναι μόνο ένας αγωγός που από μέσα του περνούν τα τραγούδια που κάποιοι άλλοι έγραψαν, μια εικόνα και μια φωνή στις οποίες προβάλλουν οι ακροατές ιδέες και συναισθήματα δικά τους. Ο Νίκος Μωραΐτης, που υπογράφει το εισαγωγικό «Εγώ ήμουν εσύ», σε δαιμονισμένο οίστρο, έβαλε τον Νταλάρα να λέει: «Εγώ δεν έχω εαυτό/ δεν έχω εγώ, σου λέω/ Με το στόμα σου γελώ/ Με το δάκρυ σου κλαίω». Τι άλλο είναι ένας λαΐκός τραγουδιστής παρά ο ρόλος του; Πιστεύω, χωρίς να θέλω να ακυρώσω τον συνθέτη Αντύπα, ότι ο δίσκος αρχικώς ευτύχισε χάρη στο λόγο του. Στο «Ξέχνα τις αναμνήσεις» ο Μάνος Ελευθερίου δίνει, με διακριτικό τρόπο, την ιστορική διάσταση του φαινομένου Νταλάρα κι αναζητά τον ρόλο του σήμερα, στο «Εισιτήριο» ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος δανείζει στον ερμηνευτή τη δική του ορμή, ενός νέου σε διαρκή, προσωπική, ενδοσκοπική αναζήτηση. Στην «Αριστερόχειρη», ο Μιχάλης Γκανάς βάζει τον Νταλάρα να μιλάει περί αριστεράς, θέμα επικίνδυνο, αλλά πετυχαίνει πλήρως λόγω χιούμορ και τρυφερότητας: τον παρουσιάζει ως αιώνια ερωτευμένο σύντροφο μιας αριστερής (κι αριστερόχειρης!) γυναίκας. Μπορεί όλοι αυτοί οι στιχουργοί να είχαν την πρόθεση να μιλήσουν για τον εαυτό τους, στην πορεία ωστόσο πέτυχαν να χτίσουν για τον Νταλάρα ένα προφίλ που του ταιριάζει απόλυτα σήμερα.

Με απόλυτη συνείδηση του ρόλο του ως συνθέτη που γράφει για τον Γιώργο Νταλάρα, ο Νίκος Αντύπας πετυχαίνει εντυπωσιακά καθώς δεν διακατέχεται από κόμπλεξ ή ανταγωνισμούς, και υπηρετεί με πίστη όλα τα πρόσωπα του τραγουδιστή: γράφει ταγκό, λάτιν, ζεϊμπέκικο, έθνικ (και μάλιστα χωρίς να καταπιέζει τις δικές του ποπ και ροκ καταβολές), έως και ένα σουξέ «κατά παραγγελία» του χαρίζει, το «Κόψε», ντουέτο με την Ανδριάνα Μπάμπαλη. Οι στιγμές όμως που ο συνθέτης με τον τραγουδιστή του συντονίζονται απόλυτα, και πηγαίνουν χέρι χέρι, δεν είναι εκείνες που διαθέτουν επική διάσταση, και πληθωρικές ενορχηστρώσεις, όπως τις συνηθίζει ο Αντύπας εδώ και δεκαετίες, το αντίθετο μάλιστα. Σε δύο μπαλάντες, τα «Σπίτια» και ειδικά την «Αριστερόχειρη», ο Αντύπας επιτρέπει στον Νταλάρα να «κεντήσει», δια της αφαιρέσεως, και να παρουσιάσει τη νέα του, την απολύτως «2012» φωνή του, μία φωνή που δεν έχει τίποτα περιττό, αλλά μόνο σοφία, τρυφερότητα, βάθος. Είναι τραγούδια για να ταυτιστεί μαζί τους όποιος αγαπάει το ελληνικό τραγούδι σήμερα, είτε αγαπά, είτε αγαπά να μισεί τον «δημόσιο» Γιώργο Νταλάρα.

Νίκος Ράλλης

 

Πηγή: http://tospirto.net/music/reviews/10507

ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑ

Απαντήστε στο σχόλιο

1 × 3 =